Skip to content →

ἀκρεμὼν:

Αρχαία ελληνική λέξη που προέρχεται από τη βοτανική ορολογία και σήμαινε κλαδί δέντρου που απολήγει, η άκρη του κλαδιού, το κλωνάρι.

Στον Κύκλωπα (411 π.Χ.), ο Ευριπίδης μεταγράφει σε σατυρικό πλαίσιο τη γνωστή, από την ένατη ραψωδία της Οδύσσειας, περιπέτεια του Οδυσσέα με τον μονόφθαλμο Πολύφημο, η οποία οδήγησε στην τύφλωση του Κύκλωπα. Στο απόσπασμα που ακολουθεί ο Οδυσσέας, περιγράφει στον Χορό τον τρόπο με τον οποίο θα καταφέρει να εξουδετερώσει τον Κύκλωπα, τυφλώνοντάς τον με ένα πυρακτωμένο κλαδί ελιάς. (Eur. Cycl. 451-459)

[451] Κώμου μὲν αὐτὸν τοῦδ’ ἀπαλλάξαι, λέγων
ὡς οὐ Κύκλωψι πῶμα χρὴ δοῦναι τόδε,
μόνον δ’ ἔχοντα βίοτον ἡδέως ἄγειν.
Ὅταν δ’ ὑπνώσσῃ Βακχίου νικώμενος,
[455] ἀκρεμὼν ἐλαίας ἔστιν ἐν δόμοισί τις,
ὃν φασγάνῳ τῷδ’ ἐξαποξύνας ἄκρον
ἐς πῦρ καθήσω· κᾆθ’ ὅταν κεκαυμένον
ἴδω νιν, ἄρας θερμὸν ἐς μέσην βαλῶ
Κύκλωπος ὄψιν ὄμμα τ’ ἐκτήξω πυρί.

Σύμφωνα με το Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας του Εμμανουήλ Κριαρά, στα βυζαντινά χρόνια η λέξη χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει τους φύλακες, τους φρουρούς των συνόρων.

Στην τυπογραφία ακρεμόνας (αγγλ. serif) είναι η πατούρα, το πέλμα, το ακρότυπο. Δηλαδή, η διακοσμητική κατάληξη των άκρων των γραμματοκορμών ενός τυπογραφικού στοιχείου.